χιών

χιών
χῐών
1 snow

νιφόεσσ' Αἴτνα, πάνετες χιόνος ὀξείας τιθήνα P. 1.20


Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • χιών — snow fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χιών — όνος, η, ΝΜΑ (λόγιος τ.) (μετεωρ.) το χιόνι (α. «αι στέγαι τών οικιών ήσαν κατάφορτοι εκ σκληρυνθείσης χιόνος», Παπαδ. β. «ὁ Ἀναξαγόρας τῷ λευκὴν εἶναι τὴν χιόνα ἀντετίθει ὅτι ἡ χιὼν ὕδωρ ἐστὶ πεπηγός», Γεωπ. γ. «ἡ χιὼν ἡ ἐν τῷ χειμῶνι πεσοῡσα»,… …   Dictionary of Greek

  • Χίων — Χίος Chios fem gen pl Χίων masc nom/voc sg Χί̱ων , Χῖος of fem gen pl Χί̱ων , Χῖος of masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χίων — χάω pres part act masc nom sg (epic doric ionic) χί̱ων , χῖον a Chian wine jar neut gen pl χιόω mark with a imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) χιόω mark with a imperf ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χιούς — χιών snow fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χιόνα — χιών snow fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χιόνας — χιών snow fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χιόνες — χιών snow fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χιόνεσσι — χιών snow fem dat pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χιόνεσσιν — χιών snow fem dat pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χιόνι — χιών snow fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”